Το Έπος Για Χάρη Ενός Γουρουνιού

Η αγαπημένη μας ασχολία κατά τη διάρκεια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών στην Γ´ τάξη του Γυμνασίου (1983-84) ήταν η παράφραση των δημοτικών τραγουδιών που μαθαίναμε. Στον πρώτο στίχο κάθε νέου δημοτικού που διδασκόμασταν, προσθέταμε έναν ομοιοκατάληκτο στίχο που (σχεδόν υποχρεωτικά) περιείχε αναφορά σε μπριζόλες, σουβλάκια, κοψίδια και παρόμοιες υψηλές αξίες. Για παράδειγμα,

Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γη τονε τρομάσσει
σουβλάκια έφαγε πολλά, κόψιμο θα τον πιάσει

Ήταν, σα να λέμε, οι παιδικές μας μαντινάδες. Όταν μάθαμε το δημοτικό "Του γεφυριού της Άρτας", έδωσα στον κολλητό μου, Μάκη Κλαουδάτο, το πρώτο δίστιχο του (μετέπειτα) έπους. Επειδή η αναφορά σε σουβλάκια κλπ ήταν έμμεση και ημιτελής, αρχίσαμε να προσθέτουμε κι άλλους στίχους, για να γίνει η σύνδεση μεταξύ πρώτης ύλης (γουρουνιού) και τελικού προϊόντος (μπριζόλες, σουβλάκια, παϊδάκια). Στην πορεία, ο συμμαθητής μας Γιάννης Κασκαμτζής έκανε μία σημαντική παρέμβαση προσθέτοντας το στίχο για το νερό Λουτρακίου, που μας έδωσε την ιδέα για το κεντρικό θέμα του έπους.

Με τον Μάκη συνεχίσαμε να προσθέτουμε λίγους στίχους κάθε μέρα, μέχρι που τελειώσαμε το Γυμνάσιο, έφυγε για Αθήνα και χάσαμε επαφή (Πού είσαι, Μάκη;). Το έργο έμεινε ημιτελές, δεν θυμάμαι με πόσους στίχους. Αργότερα, προσπάθησα να το συνεχίσω, αλλά σταμάτησα στους 788 στίχους, οργανωμένους σε 1½ ραψωδία. Το σχέδιο ήταν να γραφούν 7 ραψωδίες (από 500 στίχους η καθεμία, σύνολο 3500 στίχοι) που θα τις ονομάζαμε "Θύρες", η καθεμία να ξεκινάει με το στίχο κάποιου γνωστού ποιήματος (η δεύτερη έχει τον πρώτο στίχο του Ερωτόκριτου) και στη "Θύρα 7" να σκοτώνονται όλοι οι πρωταγωνιστές.

Λογοτεχνική σημείωση: Οι στίχοι είναι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι (_'_'_'_'|_'_'_'_). Το πρώτο (ιαμβικοί) δεν είναι απόλυτο: συνήθως ο τόνος συμπίπτει με τον ρυθμό (π.χ. Το χάραμα το τάιζαν, το βράδυ τα ξερνούσε), αλλά υπάρχουν και παραβάσεις, συνήθως στην αρχή κάποιου ημιστιχίου (π.χ. "Όχι, δε θέλω͜άλλο φαΐ", του λέει το μουλάρι). Το δεύτερο (δεκαπεντασύλλαβοι) είναι αυστηρό και διασφαλίζεται με διάφορα τρικ, όπως έκθλιψη και αποκοπή, ακόμη και ασυνήθιστα: είτε προστίθεται μία αδικαιολόγητη αύξηση (π.χ. Καλύτερα θα ήτανε μπριζόλες να εφάω) είτε απαιτείται μία υπερβολική συνίζηση (π.χ. Φορτώνει ρούχα δυο͜αλλαξιές, για νά'χει να αλλάζει), όπου δύο αλλεπάλληλα φωνήεντα προφέρονται ως δίφθογγος στην ίδια συλλαβή (δηλ. με την πραγματική έννοια του όρου και όχι με την έννοια της ουρανικοποίησης που έχει αποκτήσει σήμερα). Θα προτιμούσα να σας αφήνω να ανακαλύψετε τις τελευταίες μόνοι σας, ως μία από τις ευχάριστες σπαζοκεφαλιές αυτού του έργου, αλλά αποφάσισα να βοηθήσω τον αναγνώστη, δηλώνοντας τα συμπροφερόμενα φωνήεντα με υπογράμμιση (δηλ. Φορτώνει ρούχα δυο αλλαξιές, για νά 'χει να αλλάζει). Τέλος, η ομοιοκαταληξία είναι ζευγαρωτή και απόλυτη: από το τονισμένο φωνήεν και μετά υπάρχει φωνητική ταυτότητα (π.χ. Και το παιδί πίσω κοιτά την Άρτα ν' αγναντέψει, μα τότε εθυμήθηκε πως ξέχασε μια PEPSI) και όχι απλά ομοιότητα (όπως είναι όταν μπλέκουμε τις "βούρτσες" με τις... "πίτσες").

Πλοήγηση: Μπορείτε να τοποθετήσετε οποιονδήποτε στίχο στην κορυφή του παραθύρου με απλό κλικ πάνω του. Περνώντας τον δείκτη πάνω από κάθε στίχο, εμφανίζεται μία πινέζα στα δεξιά του, ως υπενθύμιση ότι μπορείτε να τον "καρφιτσώσετε" στην κορυφή. Αυτό μπορεί να φανεί χρήσιμο όταν διαβάζετε το ποίημα και θέλετε να σταματήσετε χωρίς να χάσετε τη σειρά. Στο τέλος παραθέτω μία λίστα με επεξηγήσεις λέξεων ή φράσεων του ποιήματος. Όπου εμφανίζονται οι αντίστοιχες λέξεις ή φράσεις, το κείμενο είναι κόκκινο και μπορείτε να περάσετε το δείκτη από πάνω του, ώστε να εμφανιστεί η επεξήγηση στο τέλος του παραθύρου, ή με απλό κλικ να μεταβείτε στο αντίστοιχο σημείο της λίστας (επιστροφή στον στίχο με κλικ στην προς επεξήγηση φράση). Κάποιες επεξηγήσεις μπορεί να φαίνονται περιττές σε κάποιον της ηλικίας μου, αλλά ως γνώμονα χρησιμοποίησα τις γνώσεις της εννιάχρονης κόρης μου, ώστε το έργο να είναι (κατά το δυνατόν) κατανοητό από όλες τις ηλικίες.


Θύρα 1: Του Γουρουνιού Της Άρτας

Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες,
γουρούνι εταΐζανε για δύο-τρεις βδομάδες.
Το χάραμα το τάιζαν, το βράδυ τα ξερνούσε,
φαΐ του δίνανε πολύ, μα πίσω το γυρνούσε.
5Το μάλωναν, το δέρνανε, μα 'κείνο το βιολί του·
με τίποτα δεν ήθελε να φάει το φαΐ του.
Μικρό πουλί 'χαν στο κλουβί και ξαφνικά τους λέει:
"Τα λόγια μου είν' αληθινά", ανθρώπινα τους μνέει|ορκίζεται (από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους του Σολωμού).
"Αν δεν του δώσετε νερό, δεν τρώει το φαΐ του·
10δυο-τρεις γαργάρες το πρωί ν' ανοίξ' η όρεξή του.
Κι όχι νερό απ' την πηγή, μήτε και του ψυγείου,
παρά νεράκι καθαρό του δήμου Λουτρακίου|το δημοφιλέστερο εμφιαλωμένο νερό της εποχής ήταν το Ήβη Λουτρακίου."
Τ' ακούει ο πρωτομάστορας, σπαράζει η ψυχή του.
Βάζει τα μαύρα και θρηνεί την άμοιρη ζωή του.
15"Λουτράκι πέφτει μακρυά, αδύνατο να πάω.
Καλύτερα θα ήτανε μπριζόλες να εφάω."
Έκατσε κι έφαγε πολύ και πάνε οι μπριζόλες,
μαζί τους εκατέβασε και δυο μικρές φραντζόλες.
Και όταν πια τελείωσε, του γιου του του μηνάει,
20να πάρει το γαϊδούρι του, στην Κόρινθο|το Λουτράκι (για όσους δεν το γνωρίζουν) βρίσκεται στον νομό Κορινθίας να πάει.
Μα ο γάιδαρος κουτσάθηκε, έσπασε το ποδάρι
και πήγε εις το γείτονα να πάρει ένα μουλάρι.
"Γεια σου, κυρ παλιογείτονα. Τι κάνεις; Τι χαμπάρια;
Μια χάρη θα σου ζήταγα: δώσ' ένα-δυο μουλάρια."
25"Τον Κίτσο έχω, τον στερνό. Τα άλλα μού ψοφήσαν.
Από βαρύ πονόκοιλο όλα τους αρρωστήσαν.
Χτες βράδυ που καθόμουνα τους έδωσα σουβλάκια,
μα δεν το καταλάβανε και φάγαν τα ξυλάκια."
"Γιατί όμως ο Κίτσος σου δεν έφαγε σουβλάκια;"
30"Γιατί τ' αρέσαν πιο πολύ κοκκινιστά παϊδάκια."
"Καλός κι αυτός. Τον δέχομαι. Φέρ' τον να τον σελώσω.
και αν τον φέρεις σήμερα, παΐδια θα του δώσω."
Τον πήρε και τον σέλωσε, μα ήθελε και κάρο.
"Θα πάω ξανά στο γείτονα, αμέσως να το πάρω."
35"Έχω στην αποθήκη μου ένα μικρό καράκι
κι αν θέλεις πάλι, σε κερνώ κανένα μπιφτεκάκι."
"Ὀχι, ευχαριστώ πολύ", του λέει το παιδάκι
και τρέχει κάτω για να βρει, να πάρει το καράκι.
"Το νου σου στον Κιτσούλη μου", ο γείτονας του λέει.
40"Δίνε του τα παΐδια του, γιατί αλλιώς θα κλαίει."
"Εντάξει" λέει το παιδί και τρέχει για το κάρο,
"και μη φοβάσαι γείτονα, δε θα στο στραπατσάρω."
Το κάρο αρπάζει το παιδί, το φόρτωμα αρχίζει.
Βάζει παΐδια διαλεχτά τον Κίτσο να ταΐζει.
45Βάζει βαρέλα για νερό, με δύο μέτρα μπόι,
βάζει μπριζόλες νόστιμες, στο δρόμο για να τρώει.
Φορτώνει ρούχα δυο αλλαξιές, για νά 'χει να αλλάζει.
"Μου φτάνουν μόνο δυο αλλαξιές. Δεν πάω στη Βεγγάζη|πόλη της Λιβύης."
Τρέχει στον φούρνο τον παλιό, ψωμάκι ν' αγοράσει,
50να τρώει με τις μπριζόλες του, μην τύχει και πεινάσει.
Περνά απ' το μανάβικο του κύριου Κωστάκη,
ντομάτες παίρνει ζουμερές, παίρνει κι ένα αγγουράκι.
Τρέχει στην κάβα του Μηνά κρασάκι ν' αγοράσει,
νά 'χει να πίνει, να μεθά, νά 'χει να ξεδιψάσει.
55Παίρνει μοσχάτο, ημίγλυκο, παίρνει και κοκκινέλι,
πάει και στο χασάπικο να πάρει ένα κουνέλι.
Και παίρνει όλα τα πράγματα, σε δύο σάκους χώνει,
τα ρούχα και τα τρόφιμα, στο κάρο τα φορτώνει.
Στους φίλους και στους συγγενείς ένα αντίο λέει
60κι όλοι μαζί το χαιρετούν, η μάνα τ' όμως κλαίει.
"Θεία μου ήρθα να σου πω ένα θερμό αντίο
κι αυτά τα χαιρετίσματα διαβίβασ' τα στο θείο."
"Τι έχεις ανιψίδι μου και φεύγεις μακρυά μας;
Γιατί τραβάς στην τύχη σου; Μείνε λίγο κοντά μας."
65"Τραβάω για την Κόρινθο, τραβάω για Λουτράκι,
τι το μικρό γουρούνι μας ποθεί λίγο νεράκι."
"Μα τι θα γίνει, γιόκα μου, αν πιει λίγο νεράκι;
Στέρεψαν οι πηγές εδώ και θέλει απ' το Λουτράκι;"
"Αν πιει νερό από εκεί, θ' ανοίξ' η όρεξή του
70και δεν θα φέρνει αντίρρηση να τρώει το φαΐ του.
Μήτε νεράκι της πηγής, μήτε και του ψυγείου,
μόνο νεράκι καθαρό του δήμου Λουτρακίου."
"Να πας παιδί μου στην ευχή, να φέρεις το νεράκι
μπας και ποτέ τ' αξιωθεί να φάει το φαγάκι·
75ν' ανοίξ' η ορεξούλα του, να γίνει μπουλουκάκι
κι ύστερα να το σφάξουμε, να φάμε και σουβλάκι."
"Γεια σου", της λέει το παιδί, τη θεία χαιρετάει
με δάκρυα στα μάτια του και πίσω δεν κοιτάει.
Και πάει στο φίλο τον καλό για να τον χαιρετήσει
80και του συστήνει ψύχραιμα να μην πολυδακρύσει.
Γυρίζει και στη μάνα του, γυρίζει στο σπιτάκι·
"Μάνα", της λέει, "μη θρηνείς. Κοντά 'ναι το Λουτράκι."
Η μάνα όμως δεν ακούει κι αρχίζει να θρηνάει
"Γεια σου", της λέει κλαίγοντας και την παρηγοράει.
85Μα σαν πολύ σας λύπησα μ' αυτή την ιστορία,
τι κάνει ας δούμε το παιδί που πάει στην Κορινθία.
Αρπάζει το μουλάρι του, στο κάρο το εδένει,
τραβάει για την Κόρινθο και στο μπαμπά του κρένει:
"Μπαμπάκα φεύγω, ξεκινώ, στην Κόρινθο να πάω
90και μόλις φτάσω κάτω εκεί, σουβλάκια θε να φάω."
"Μα πρόσεχε παιδάκι μου μην την πηγή τη χάσεις
και τα σουβλάκια μόνο φας και το νερό ξεχάσεις."
"Πατέρα, μην ανησυχείς, θα φέρω το νεράκι."
Αυτά είπ' ο γιος του κι έφυγε μαζί με το καράκι.
95Τα δάκρυα της μάνας του ποτάμι έχουν κάνει·
κλαίει για το παιδάκι της που πάει στου Καραντάνη|το νερό Λουτρακίου προέρχονταν από την πηγή Καραντάνη.
Και το παιδί πίσω κοιτά την Άρτα ν' αγναντέψει,
μα τότε εθυμήθηκε πως ξέχασε μια PEPSI.
"Και τι θα πίνω τώρα 'γω μαζί με το φαΐ μου;
100Μα δεν πειράζει", απαντά, "μού 'μεινε το κρασί μου."
Και έτσι ήσυχος πολύ τραβά για το Λουτράκι,
στ' Άγραφα|οροσειρά κοντά στην Άρτα κατευθύνεται πριν πέσει το βραδάκι.
Περνάει κάμπους και βουνά μέσα σε μία μέρα,
να φτάσει εις τα Άγραφα, να φτάσει εκεί πέρα.
105Και όταν έφτασε εκεί είχ' ήδη σουρουπώσει
και στρώνει το κρεβάτι του αμέσως να ξαπλώσει.
Μα πρέπει και του Κίτσου του να στρώσει το κρεβάτι
κι αφού λοιπόν το έστρωσε, του δίνει και αλάτι.
Μ' αλάτι έφαγε πολύ και λύσσαξε σα σκύλος.
110"Φέρε νερό", λέει στο παιδί, "φέρε, αν είσαι φίλος."
Μα πού νερό, μα πού πηγή, μήτε καθόλου βρέχει
και έτσι ο Κιτσούλης μας τις αϋπνίες του έχει.
"Νερό μαζί μου δεν κρατώ, εξέχασα να πάρω,
Μα μη φοβάσαι, Κίτσο μου, δεν είδες και το Χάρο."
115Ο Κίτσος όμως έκλαιγε, ο ύπνος δεν τον παίρνει,
στο κάρο πάει το παιδί και τα παΐδια φέρνει.
"Όχι, δε θέλω άλλο φαΐ", του λέει το μουλάρι.
"Αυτό που θέλω μόνο είν' ο ύπνος να με πάρει."
"Καλά Κιτσούλη μου, μην κλαις, γυρίζω τα παϊδάκια.
120Μα έλα τώρα, νύσταξα, πάμε στα κρεβατάκια.
Κι αν θέλεις, για να κοιμηθείς, σου λέω παραμύθι
και μη φοβού, δεν πρόκειται να γίνεις κουτορνίθι."
Αρχίζει την αφήγηση, το παραμύθι λέει
κι απ' την πολύ συγκίνηση ο Κίτσος του εκλαίει.
125"Μία φορά κι έναν καιρό", αρχίζει το παιδάκι,
"σε μία νήσο μακρινή", λέει στο μουλαράκι,
"ήτανε ένας βασιλιάς που είχε μία κόρη,
μα ήθελε και να της βρει ένα καλό αγόρι.
Μα υπήρχε ένα πρόβημα και μάλιστα μεγάλο
130και ήταν σα να πάτησαν του βασιλιά τον κάλο.
Ένας αράπης|μαύρος άνθρωπος (κάποιες εκφράσεις του παραμυθιού δεν είναι πολιτικά ορθές) τρομερός με δύναμη μιας μπόρας
θρονιάστει στη μοναδική πηγή αυτής της χώρας.
Οι κάτοικ' ήθελαν νερό, πάρα πολύ διψούσαν
μιας και νερό απ' την πηγή να πάρουν δεν μπορούσαν.
135Και όποιον πάει στην πηγή ο αράπης τον σκοτώνει
και το λαό χωρίς νερό τίποτα δεν τον σώνει.
Και προκειμένου ο λαός το χώμα να εφάει
πάει στον αράπη ο βασιλιάς και όρους του ζητάει.
Μα ο αράπης του ζητά την κόρη του να δώσει·
140μόν' έτσι ο βασιλιάς μπορεί τη χώρα του να σώσει.
Τ' ακούει αυτό ο βασιλιάς και χλώμιασε σαν τσάι,
πιάνει μηνάει του πουλιού στην κόρη του να πάει.
"Πάνε στην κόρη μου, πουλί, και πες της πως τη θέλω.
Θα την παντρέψω μήνα της|πες της με άντρ' από καπέλο."
145Πετά στην κόρη το πουλί το μήνυμα ν' αφήσει
κι από δική του άποψη να την παρηγορήσει.
Για τον αράπη της λαλεί, πού 'ταν ψηλός γενναίος
μα άσχημος μαυριδερός, σαν ένας τράγος νέος.
"Σε θέλει ο πατέρας σου σ' αυτόνα να σε δώσει·
150μόν' αν σε δώσει σε αυτόν τη χώρα του θα σώσει.
οηθάτ' αδέρφια, ξάδερφοι, βοήθεια ξαδερφούλα,
γιατί θα γίνω σύντομα του γάιδαρου νυφούλα.
Τι ο πατέρας θέλησε παντρέψει με|να με παντρέψει (ιδιωματικά) μ' αράπη·
μα αν του φύγω από κοντά, ποιος θα του δίνει χάπι;"
155"Μα είναι πράγματα αυτά, να παντρευτείς γορίλα;
Αφού καμήλα είσ' εσύ, θα παντρευτείς καμήλα.
Και τι θα κάνετε μαζί; Καμηλογοριλάκια;
Εκτός κι αν θέλεις πιο πολύ γοριλοκαμηλάκια."
Αυτά 'πε η ξαδέρφη της, μα η βασιλοπούλα
160της έσπασε τα δόντια της και άφησε τα ούλα.
Πέφτουν σφαλιάρες σύννεφο, πέφτουν και γουδοχέρια,
πέφτουν τηγάνια και ταψιά, πέφτουνε και μαχαίρια.
Και όταν πια ξεθύμαναν, για την πηγή τραβάνε
και παίρνουν τις χατζάρες|κυρτά πολεμικά σπαθιά τους, τον άραπα να φάνε.
165Μα μόλις τον αντίκρισαν, πέσαν λιποθυμήσαν,
νερό χρειάστηκαν πολύ κι ευθύς του το ζητήσαν.
"Αράπη δώσε μου νερό, γιατί λιποθυμάω
κι έτσι πώς θα με παντρευτείς, άμα στον Άδη πάω;"
Μα τότε εμφανίστηκε όμορφο παλικάρι·
170ήτανε βασιλόπουλο πάνω σ' ένα μουλάρι.
Και μόλις είδε την πηγή, το δροσερό νεράκι
φωνάζει στο μουλάρι του: "Σταμάτα μουλαράκι.
Εδίψασα, θέλω νερό, θα κατεβώ να πάρω
και μη φοβάσαι, δεν αργώ, θα φτάσουμε στον τσάρο.
175Ο τσάρος|παλιός τίτλος του βασιλιά της Ρωσίας θέλει στρατηγό, προσφέρομαι να πάω
και όταν πάρω τον μισθό, σουβλάκια θε να φάω."
Κατέβηκε να πιει νερό απ' την πηγή, τη βρύση·
θαύμασε το τοπίο εκεί, θαύμασε και τη φύση.
Μόλις τον βλέπει ο άραπας, τρέχει να τόνε πιάσει
180βγάζει και τη χατζάρα του, για να τον κομματιάσει.
Τότε το βασιλόπουλο, γυμνώνει το σπαθί του,
σκέφτηκε τα σουβλάκια του κι ανοίγ' η όρεξή του.
"Σουβλάκια, σουτζουκάκια μου, δε θα σας ξαναφάω,
γιατί σε λίγο πρόκειται στον Άδη να επάω."
185Με την ιδέα πως ξανά σουβλάκια δε θα φάει,
ορμάει εις τον άραπα, μα το σπαθί του σπάει.
Ήτανε εύθραυστο πολύ. Και τώρα τι θα κάνει;
Μα ξάφνου βλέπει εκεί κοντά ένα μικρό καζάνι.
Το καζανάκι άρπαξε, στο μαύρο το πετάει,
190μήπως και τα σουβλάκια του ποτέ τα ξαναφάει.
Τον βρίσκει στην κεφάλα του, του σπάει το κρανίο
και βγάζει ένα καρούμπαλο, σα νἀ 'τανε λοφίο.
"Αχ, τι καρούμπαλο είν' αυτό, πόσο πολύ πονάει!
Μα τούτο το μαμμόθρεφτο|παιδί που είναι υπερβολικά προσκολλημένο στη μαμά του, νιάνιαρο στην κόλαση θα πάει."
195Αρπάζει τη χατζάρα του, ορμάει στο παιδάκι,
ν' ανοίξει την κοιλίτσα του να βρει το συκωτάκι.
Μα ξάφνου πέφτει, σκόνταψε, τα μούτρα του τσακίζει
και πάει η χατζάρα του, αμέσως του ραγίζει.
Χτυπάει το κεφάλι του σε μια μεγάλη πέτρα.
200"Αράπη, άμοιρε, τρανέ, τον Ἀδη τώρα μέτρα.
Μέτρα τις χίλιες σκοτεινές, τις δυο χιλιάδες νύχτες,
τους διάβολους του σατανά, της κόλασης τους πρήχτες."
Κι ευθύς, αμέσως του πετά τ' ακόντιο με μίσος·
σκοτώθηκε ο άραπας και σώθηκε η νήσος.
205Κι έτσι το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα
παντρεύτηκαν στην εκκλησιά και φάγαν γαλοπούλα."
Μα ας τ' αφήσουμε αυτά, ας δούμ' αν το μουλάρι
αξιώθηκε το άχρηστο, ο ύπνος να το πάρει.
Οι αϋπνίες έφυγαν, κοιμήθηκε ο Κίτσος,
210παϊδάκια ονειρεύτηκε που τού 'δινε ο Μήτσος.
Δίπλα του όμως έμεινε άγρυπνο το παιδάκι
και δεν μπορεί να κοιμηθεί· θέλει παραμυθάκι.
Μα ο Κίτσος του κοιμήθηκε. Και τώρα τι θα κάνει;
"Μπαμπάκα, γιατί μ' έστειλες να πάω στον Καραντάνη;
215Νυχτώθηκα στα Άγραφα μαζί με το μουλάρι.
Γιατί δε μού 'δωσες, μπαμπά, να παίζω έν' ATARI|παλιά παιχνιδομηχανή, το NINTENDO της δεκαετίας του 80;
Πώς θα περάσω τη νυχτιά μονάχος εδώ πέρα;
Και πώς θα μείνω ξάγρυπνος ώσπου να 'ρθεί η μέρα;"
Ο θρήνος συνεχίστηκε ώσπου να ξημερώσει,
220να βγει ο ήλιος στα βουνά και φως στη γη να δώσει.
Και τότ' ο Κίτσος ξύπνησε, του λέει "Καλημέρα!"
ζητάει τα παΐδια του να ψήσει στην τοστιέρα.
"Μα τι έπαθες παιδάκι μου κι έχεις κύκλους στα μάτια;"
και το παιδάκι απαντά: "Ἀει πάνε στα κομμάτια!
225Χθες βράδυ που δεν μπόραγε|μπορούσε (ιδιωματικά) ο ύπνος να σε πάρει
και παραμύθι σού 'χα πει μ' ωραίο παλικάρι,
εσύ γλυκά κοιμήθηκες, ο ύπνος σ' είχε πάρει
εγώ έμεινα άγρυπνος σα νἀ 'μουν ένα ψάρι.
Μα έλα τώρα, πήγαινε να φέρεις το μπρικάκι,
230τι θε να κάνω για να πιω τούρκικο καφεδάκι|σήμερα λέγεται συνήθως ελληνικός καφές."
Τι λες, παιδί μου, τούρκικο; Πού 'ναι το NESCAFÉ|μάρκα και είδος (στιγμιαίου) καφέ σου;
Ακούς εκεί να πίνεις πια τούρκικο τον καφέ σου."
Μα NESCAFÉ δεν έχουμε, εξέχασα να πάρω,
μόνο καφέ μπαγιάτικο έχουμ' εδώ στο κάρο."
235"Καλά, καλά, σε συγχωρώ" του λέει το μουλαράκι,
μα έλα τώρα φίλε μου, πέτα μου το μπρικάκι."
"Μα πού νερό; Δεν έχουμε. Πώς τον καφέ θα κάνεις;
Θα πάρουμε στην Κόρινθο που είν' ο Καραντάνης.
Μα έλα τώρα πια, μην κλαις. Έχουμε το κρασάκι.
240Νόστιμο, θρεπτικό πολύ θα γίνει καφεδάκι."
Βάζει στο μπρίκι τον καφέ, παίρνει το γκαζιεράκι,
τη ζάχαρη και το κρασί και φτιάχνει καφεδάκι.
Το ήπιανε και μέθυσαν κι αμέσως ξεκινήσαν,
τραβήξανε το δρόμο τους, τα Άγραφα αφήσαν.
245Μα λάθος δρόμο διάλεξαν, για Λάρισα τραβήξαν|η Κόρινθος είναι νοτιοανατολικά της Άρτας, η Λάρισα ανατολικά.
Δεν άρεσαν τα Άγραφα· φαίνεται ότι πλήξαν.
Ώρες περπάτησαν πολλές, στην Καλαμπάκα|κωμόπολη μεταξύ Άρτας και Λάρισας, δίπλα στα Μετέωρα φτάσαν,
κουράστηκαν, σταμάτησαν και λίγο ξαποστάσαν.
Ξαπλώσαν και κοιμήθηκαν, γλυκά ονειρευτήκαν,
250σουβλάκια είδαν που ποτέ, καθόλου δεν γευτήκαν.
Μα πριν προλάβουν να τα φαν, τους ξύπνησ' ένας γέρος:
"Τι κάνετε, μωρέ παιδιά, σ' αυτό εδώ το μέρος;"
"Κοντεύουμε για Κόρινθο; Πάμε για το Λουτράκι,
τι το γουρούνι θέλησε να πιει λίγο νεράκι.
255Μην είμαστε στα Μέγαρα|πόλη της Αττικής βόρεια της Κορίνθου, μήπως στην Ελευσίνα|προάστιο της Αθήνας στο δρόμο για Κόρινθο;"
"Σιγά μη φτάσατε, παιδιά, στη μακρινή την Κίνα.
Στη Θεσσαλία είσαστε, κοντά στην Καλαμπάκα.
Περάστε μέσα ξένοι μου, τώρ' άναψα τη θράκα.
Τι θέλετε, μωρέ παιδιά, μπριζόλες ή σουβλάκια;
260Μα άμα θέλετε πολύ, σας φτιάχνω και παϊδάκια."
"Μου άνοιξες την όρεξη, μα βιάζομαι να φύγω
και μη λυπάσαι, φίλε μου, θα 'ρθώ μετά τον τρύγο."
Πηδάει στο καράκι του, τα χαλινάρια πιάνει.
"Εμπρός, λοιπόν, Κιτσούλη μου, πάμε στον Καραντάνη."
265"Και τι τον θέλετε παιδιά; Μη θέλετε νεράκι;
Ένα μπουκάλι έχω 'δω, νερό απ' το Λουτράκι."
"Μα είν' αληθινό αυτό; Μην είναι ένα ψέμα;
Είναι νεράκι καθαρό ή μήπως απ' το ρέμα;"
"Μα έλα μέσα να το δεις κι αν θέλεις σου το δίνω.
270Εγώ δεν το χρειάζομαι· νερό ποτέ δεν πίνω."
Ανοίγει το ψυγείο του, βγάζει το μπουκαλάκι
και το νερό το δροσερό το δίνει στο παιδάκι.
Και το παιδάκι με χαρά του κάνει τεμενάδες|τον προσκυνάει.
Για σκέψου τι θα τού 'κανε, αν πάρει λεμονάδες.
275Και τώρα εξεκίνησε, να φτάσει εις την Άρτα,
μήπως και ο μπαμπάκας του του δώσει μία κάρτα
και με την κάρτα του μπαμπά θα πάει να γλεντήσει,
σε μία DISCOTHÈQUE|τα χορευτικά στέκια (κλαμπ) της δεκαετίας του 80 θα μπει, λίγο να καζαντίσει|τότε νόμιζα ότι σημαίνει να ξεδώσει (στην πραγματικότητα, να πλουτίσει).
Στο κάρο το μπουκάλι του. Για Άρτα ξεκινάει
280μαζί με το μουλάρι του και πίσω δεν κοιτάει.
Πέρασε κάμπους και βουνά, χαράδρες και λαγκάδια,
είδε κατσίκες, πρόβατα, είδε και δυο γελάδια.
Γοργά γοργά το χάραμα, σιγά σιγά το βράδυ
μη σε μια πέτρα μυτερή σκοντάψουν στο σκοτάδι.
285Περπάτησαν νυχτιές πολλές, νυχτιές χωρίς φεγγάρι,
κουράστηκαν, 'ξαντλήθηκαν, σα να σηκώσαν βάρη.
Και μία μέρα βροχερή εφάνηκε μια στάνη,
μα έμοιαζε πολύ μικρή, σα να τη χτίσαν νάνοι.
Και για να μη βραχούν πολύ και γίνουνε παπάκια,
290στη στάνη κατευθύνονται που είχε προβατάκια.
Μα όταν έφτασαν εκεί, έναν τσομπάνη βρήκαν
κι αφού τον καλημέρισαν, στη στάνη μέσα μπήκαν.
"Κάθισε βρε παιδάκι μου, κάθισε μουλαράκι
και αν πεινάτε φίλοι μου, σας δίνω γιαουρτάκι."
295"Εντάξει, ωραία, φέρε το, μας έφαγε η πείνα·
μα φρέσκο νά 'ναι πρόσεχε και από προβατίνα."
Τρέχει στην αποθήκη του, να πάρει ένα τσουκάλι,
γιατί εκεί ο φίλος μας έχει γιαούρτι βάλει.
Το έφερε στους ξένους του, να φάνε, να χορτάσουν,
300να τον ευχαριστήσουνε, να φύγουν, να ησυχάσουν.
Τους τό 'φερε για να το φαν μαζί με μια φραντζόλα,
μα επειδή πεινούσανε, τα κατεβάσαν όλα.
"Ωραίο το γιαούρτι σου, για πες μου πώς το φτιάχνεις.
Μα αν δεν το θυμάσαι πια, δεν σου ζητώ να ψάχνεις."
305Το ξέρω απ' έξω, φίλε μου, κι αν θέλεις σου το λέω.
Μα άμα πάλι δεν το θες, δεν κάθομαι να κλαίω.
Όπως θα ξέρεις, φυσικά, γιαούρτι για να γίνει,
βάζεις μαγιά στο γάλα σου κι ωραίο γιαούρτι δίνει.
Μα για να μην κουράζομαι, για να μην κάνω κόπο,
310γιατί δεν πήζει εύκολα γάλα σ' αυτόν τον τόπο,
μαγιά την προβατίνα μου αμέσως την ταΐζω
και έτσι δε χρειάζεται το γάλα μου να πήζω.
Κι αντί για γάλα, φίλε μου, αρμέγω γιαουρτάκι
κι ύστερα όταν πεινώ, το τρώω με ψωμάκι."
315"Μα δεν πουλάς στην αγορά; Χρήματα δεν κερδίζεις;
Αφού με τρόπο εύχρηστο το γάλα δεν το πήζεις.
Μα στάσου, πού 'ν' τα ζώα σου; Πού είναι τα σκυλιά σου;
Πού 'ν' τα κριάρια, οι τράγοι σου και πού 'ναι τα αρνιά σου;"
"Να! Μου ψοφήσαν όλα τους, τεζάραν κατά βάθος,
320τους έποιασε πονόκοιλος από δικό μου λάθος."
"Θα το μαντέψω. Άσε με. Τους έδωσες σουβλάκια."
"Μα μήπως είσαι, φίλε μου, μάγος απ' τ' Αμπελάκια|ορεινός οικισμός κοντά στα Τέμπη (απλά ταίριαζε η ομοιοκαταληξία);
Σωστά τα λες, σουβλάκια 'γώ τους έδωσα να φάνε·
μα τι το ήθελα ο κουτός; Τα ζώα μου επάνε."
325"Εγώ θαρρώ τους έδωσες να φάνε τα σουβλάκια,
μ' από βιασύνη ξέχασες να βγάλεις τα ξυλάκια."
"Όχι ακριβώς, δεν είν' αυτό. Ξυλάκια 'γώ δεν έχω.
Το κρέας βάζω στη φωτιά και με κρασί το βρέχω.
Και έτσι με τα κάρβουνα το κρέας εμπερδεύτει
330και τα αρνιά μου φώναζαν σα να τους βάλαν νέφτι|καυστικό υγρό.
Και τώρα όλα βρίσκονται εις το νοσοκομείο.
Εγκαύματ' από κάρβουνο σου λεν στο ιατρείο.
Μα δεν πειράζει, ξέχνα το, να έχεις την υγειά σου,
φάε το γιαουρτάκι σου, να μη χαλάσει βιάσου."
335Κι αφού το καλοέφαγε, τόνε καλημερίζει.
Φορτώνει το καράκι του, το δρόμο ξαναρχίζει.
Περνάει λόφους και βουνά, λαγκάδια και ποτάμια,
βλέπει φασόλια και κουκιά, βλέπει και μία μπάμια.
"Μα τι τα κάνουν οι χαζοί τόσα πολλά λιβάδια;
340Γιατί δεν αμολούν εδώ κοπάδι' από γελάδια;
Να φάνε το χορτάρι τους, το γάλα τους να φτιάξουν
και να μη θέλουν μοναχά, αμέσως να τα σφάξουν."
Μα τότε τού 'ρθε όρεξη. Μπριζόλες θε να φάει
και είδε ένα δέντρο εκεί, προς τη σκιά του πάει.
345Ήτανε πλάτανος ψηλός, κοντά σ' ένα καλάμι
κι εκεί κοντά στη ρίζα του κυλούσ' ένα ποτάμι.
Μα το ξερίζωσε ο χαζός, γιατί τον ενοχλούσε,
μα άμα δεν το έκοβε τα ρούχα θα κρεμούσε.
"Το καλαμάκι ο κουτός! Αχ, πάει το καημένο!
350Μα δεν πειράζει, τώρα 'γω μπριζόλες θε να ψένω."
Μα τέλος πάντων! Άσ' τ' αυτά. Ας δούμε πια τι κάνει·
το αραγμένο κάρο τους όλο τον χώρο πιάνει.
Και έτσι τ' απομάκρυναν, γιατί τους ενοχλούσε.
Το μέρος ήτανε μικρό· το κάρο δε χωρούσε.
355Και έτσι ο Μητσούλης μας|χωρίς προειδοποίηση, αποφασίσαμε να ονομάσουμε το παιδί Μήτσο τα κιλιμάκια στρώνει
και τώρα πια τα φαγητά τίποτα δεν τα σώνει.
Αρχίζει το ξεφόρτωμα, τα τρόφιμά τους βγάζει
και βγάζει και την πετρογκάζ|όνομα εταιρείας που έγινε συνώνυμο της (φορητής) κουζίνας υγραερίου, που λειτουργεί με γκάζι.
Ξεφόρτωσε και τέντζερεις|χάλκινες κατσαρόλες (ο πληθυντικός ίσως είναι αδόκιμος· συνήθως τεντζερέδες), τηγάνια, κατσαρόλες,
360κατέβασε και τρόφιμα, παΐδια και μπριζόλες.
Κι αφού τα τοποθέτησε επάνω εις τη θράκα,
είπ' έν' αστείο ο Κίτσος μας· μεγάλη σπάσαν πλάκα.
Και μέχρις ότου να ψηθούν, τα άλλα πα να βγάλει.
Κρασί, αγγούρι και ψωμί, να φαν όπως οι Γάλλοι.
365Και τότε εθυμήθηκε τι τού 'πε ο τσομπάνος:
να βρέχει τις μπριζόλες του, για να τις κάνει κράνος.
Κράνος για τα μικρόβια, τους μύκητες, τους φάγους·
μ' απ' τις πολλές κρυάδες μου, σας έχω κάνει πάγους.
Και παίρνει το κρασάκι του, το χύνει στις μπριζόλες.
370"Όχι", του λέει ο Κίτσος του, "τι θα τις κάνεις φόλες."
"Μα μη σε νοιάζει τίποτα. Έχω τη συνταγή μου.
Θέλω λοιπόν, Κιτσούλη μου, να βρω τη δύναμή μου.
Τι δυναμωτικές πολύ είν' οι μπριζόλες έτσι."
"Μα πού 'ν' τ' αυγά; Δεν έχουμε. Πού 'ναι κάνα κοτέτσι;"
375"Τρελάθηκες ή μέθυσες; Κοτέτσι εδώ πέρα;
Εδώ συχνάζ' η αλεπού τη νύχτα και τη μέρα."
Μα τότε ετοιμάστηκαν οι νόστιμες μπριζόλες.
Τις σέρβιρε στον Κίτσο του και πήρε δυο φραντζόλες.
Τη μια την κράτησε αυτός, την άλλη το μουλάρι
380και τρέχει προς το κάρο του, τα πιάτα για να πάρει.
Τα πήρε και τα έφερε στον πλάτανο από κάτω,
μα πεθυμούσαν και κρασί, να πιούνε άσπρο πάτο|να πιουν μονορούφι, με μια γουλιά (να φανεί ο πάτος του ποτηριού).
Και πήγε στο καράκι του, παίρνει μια νταμιτζάνα|μεγάλο δοχείο υγρών, μερικές φορές με βρυσούλα,
μα θε να βάλει το κρασί και άνοιξε τη βάνα.
385Μα το ποτήρι έσπασε και το κρασί εχύθη.
"Μα πρόσεχε, παιδάκι μου. Μην είσαι κουτορνίθι;"
Εχύθη όλο το κρασί και άλλο πια δεν έχουν.
και τώρα τις μπριζόλες τους με τι θα τις εβρέχουν;
Μα ας τ' αφήσουμε αυτά, ας δούμε τους δυο φίλους.
390Ο Κίτσος μας δεν έτρωγε, γιατί άκουγε τους γρύλους.
"Μα ας τους γρύλους, Κίτσο μου, και φάε το φαΐ σου
και φάε τα παΐδια σου· τι αν δεν τα φας, ντροπή σου!"
Εκάτσανε και φάγανε, όμως πολύ διψάσαν,
μα τότε και οι δυο τ' αυγά και τα πασχάλια χάσαν|πελάγωσαν, έχασαν τον προσανατολισμό τους.
395Νεράκι δεν επήρανε, χάσανε το κρασί τους
κι από τη δίψα πιθανόν να χάσουν τη ζωή τους.
Φοβήθηκαν, πελάγωσαν, τους έπιασαν κομμάρες.
Τι πάθαν όταν θέλησε ο γούρουνος γαργάρες!
"Ανάθεμά σε, γούρουνε, που ήθελες νεράκι
400κι εμείς νερό δεν έχουμε να φάμε το φαγάκι."
Μα τότε τού 'ρθε του παιδιού μια φαεινή ιδέα.
"Νεράκι έχω, Κίτσο μου." "Αλήθεια; Τι ωραία!
Μα πού το βρήκες το νερό; Μήπως απ' το ποτάμι;"
"Μη λες κοτσάνες, Κίτσο μου, γιατί θα φας σαλάμι
405και έπειτα θα μου διψάς, νερό θα μου ζητήσεις·
δε θα σου δώσ' όμως εγώ κι αν θέλεις, ας ψοφήσεις."
"Μα δε μου λες, πού 'ν' το νερό; Το βρήκες στα σκουπίδια;"
"Κοτσάνες όλο τσαμπουνάς|ξεφουρνίζεις, πετάς. Μας έπρηξες τα φρύδια.
Θυμάσαι, Κίτσο μου, λοιπόν, εκείνο το μπουκάλι
410που έδωσε ο φίλος μας μ' εκείνο το μαγκάλι;
Που έψηνε στα κάρβουνα μπριζόλες και παϊδάκια
κι εμάς μας επροσκάλεσε να φάμε τα σουβλάκια;"
"Μου άνοιξες την όρεξη· πεθύμησα παΐδια."
"Σιγά μην επεθύμησες θαλασσινά και μύδια.
415Μα άκου με προσεκτικά, μόν' έτσι θα σωθούμε,
απ' το μπουκάλι το νερό το δροσερό αν πιούμε."
"Μα τι θα πει ο κύρης σου; Λες μήπως να θυμώσει
κι αντί για το ευχαριστώ, σφαλιάρες να σου δώσει;"
"Θα πιούμε μόνο το μισό από το μπουκαλάκι
420και το υπόλοιπο μισό θα πάει στο γουρουνάκι."
Ο Κίτσος την ιδέα του αμέσως την εγκρίνει,
το μπουκαλάκι άνοιξε και το νεράκι πίνει.
"Σιγά! Σιγά! Το άδειασες. Άφησε και για μένα.
Δεν είναι τούτο το νερό μονάχα για εσένα."
425"Καλά, εντάξει, πιες κι εσύ, πιες για να ξεδιψάσεις,
μα πιες πολύ προσεκτικά, μην πέσει και το σπάσεις."
Ξεδίψασε και το παιδί, ξεδίψασε κι ο Κίτσος
και ποίημα θυμήθηκε που τού 'γραψε ο Μήτσος|δεν είναι ξεκάθαρο εάν πρόκειται για το παιδί ή κάποιον άλλο Μήτσο.
"Σαν το νεράκι δεν ποθώ κανένα άλλο πράμα
430κι ας κάνω σ' έναν άγιο ένα μεγάλο τάμα.
Και τι δε θά 'δινα γι' αυτό! Μέχρι και το κρασί μου.
Δε δίν' όμως με τίποτα την ίδια τη ζωή μου.
Και όταν τρώω το φαΐ, δεν προτιμώ την μπύρα,
μα προτιμάω το νερό κι ας κάνει μία λίρα|παλιό νόμισμα, συνήθως μεγάλης αξίας (ειδικά οι χρυσές)."
435Και τραγουδώντας το αυτό το δρόμο τους τραβάνε.
Στην Άρτα όταν φτάσουνε, σουβλάκια θε να φάνε.
Περνάνε τα μερόνυχτα, χιλιόμετρα διανύουν,
δεκάδες μέρες|πήγαν σε μια μέρα (ένα μεθύσι), αλλά επιστρέφουν σε πολλές (μην ψάχνετε λογική) έρχονται, δεκάδες μέρες δύουν.
Και μία μέρα τελικά στην Άρτα καταλήξαν
440και τότε για το σπίτι τους το πατρικό τραβήξαν.
Στο δρόμο τούς προϋπαντούν και τους καλημερίζουν
οι φίλοι και οι συγγενείς, κι απ' τη χαρά δακρύζουν.
"Γεια σου, χαρά σου, θείε μου. Τι κάνεις; Τι χαμπάρια;
Μα πού 'ναι τα ξαδέρφια μου και τ' άλλα τα γομάρια|τα γαϊδούρια (μάλλον δεν συμπαθούσε και πολύ τα ξαδέρφια του);"
445"Στο δρόμο είναι, έρχονται να σε προϋπαντήσουν,
έρχονται και οι θείες σου, για να σε χαιρετήσουν."
Και πά' στου δρόμου τη στροφή|πάνω στη στροφή του δρόμου (ασυνήθιστη αποκοπή) φανήκανε οι θείες,
η μάνα κι οι γιαγιάδες του κι οι άλλες οι κυρίες.
"Τι κάνεις, κανακάρη μου;" η μάνα τον ρωτάει.
450"Πολύ καλά, μανούλα μου", ο γιος τής απαντάει.
"Για πες μου, βρε παιδάκι μου, καλό 'ναι το Λουτράκι;"
"Δεν ξέρω, βρε μανούλα μου", της λέει το παιδάκι.
"Δεν πήγα στο Λουτράκι εγώ, μόνο στην Καλαμπάκα,
σε ένα φίλο μου εκεί και σπάσαμε και πλάκα.
455Μα μη φοβάσαι μάνα μου, τό 'φερα το νεράκι
και ας ελπίσουμε, λοιπόν, να φάει το γουρουνάκι."
"Γι' αυτό, παιδάκι μου, γιορτή σού 'χουμε ετοιμάσει
και μόλις σπίτι φτάσεις συ, το γλέντι θα ξεσπάσει."
Τραβάνε για το σπίτι τους, να δούνε και τους άλλους
460τους φίλους και τους συγγενείς, μικρούς ή και μεγάλους.
Χαρήκαν που τον είδανε, φιλάκια τον γεμίσαν
και όλοι έπειτα μαζί για φαγητό καθίσαν.
Τσιμπούσι|φαγοπότι ετοιμάσανε, να φάνε, να χορτάσουν,
του νεαρού το γυρισμό με γλέντι να γιορτάσουν.
465Μικρά αρνάκια ψήσανε, σφάξανε και κατσίκια,
μα μήλα δεν εφάγανε, γιατί 'χανε σκουλήκια.
Παλιά κρασιά ανοίξανε, να πιούνε να μεθύσουν,
γιατί ποθούσανε κι αυτοί λιγάκι να γλεντήσουν.
Και ό,τι άλλο εκλεκτό μπορούσανε να βρούνε
470το βάζουν στο τραπέζι τους και όλους τους καλούνε.
Καθίσανε και τρώγανε και πίναν και γλεντούσαν
κι αστεία έλεγαν πολλά και ύστερα γελούσαν.
Και ξαφνικά σε μια στιγμή το νεαρό το γιο του
ο πρωτομάστορας ρωτά πώς πήρε το νερό του.
475"Που λες, μπαμπάκα μου καλέ, μεγάλη ιστορία."
"Για πες μου, βρε παιδάκι μου, πώς είν' η Κορινθία;"
"Δεν πήγα, βρε μπαμπάκα μου, ως κάτω στο Λουτράκι."
"Μα πού το βρήκες, δε μου λες, το δροσερό νεράκι;"
"Που λες, μπαμπάκα μου, λοιπόν, στα Άγραφα όταν πήγα,
480νεράκι πια δεν είχαμε, μόνο κρασάκι ΡΗΓΑ|φανταστική μάρκα κρασιού (χάριν ομοιοκαταληξίας).
Και το κρασάκι στον καφέ, αντί για το νεράκι
το χύσαμε και φτιάξαμε ωραίο καφεδάκι.
Το ήπιαμε, μεθύσαμε, δε βλέπαμε μπροστά μας,
το δρόμο μας το χάσαμε, χάθηκε κι η χαρά μας.
485Στην Καλαμπάκα φτάσαμε και για καλή μας τύχη
μας μάζεψ' ένας γέροντας με μπόι έναν πήχη|παλιά μονάδα μήκους 0,64-1 μέτρο (προφανώς ο γέρος δεν ήταν ακριβώς τόσο).
Μας φίλεψε, μας κέρασε, μας έδωσε σουβλάκι,
μαζί όμως μας έδωσε κι αυτό το μπουκαλάκι.
Στο δρόμο που πηγαίναμε, διψάσαμε λιγάκι,
490να πιούμ', αποφασίσαμε, λίγο απ' το νεράκι.
Και πίσω νά 'μαστε ξανά μαζί με το μπουκάλι
κι αν το γουρούνι μας το πιει, ο κόπος μας χαλάλι|δεν πειράζει για τον κόπο που κάναμε, το άξιζε.
Και το φαΐ του αφού, λοιπόν, θα φάει το γουρούνι,
θα ήθελα να μού 'παιρνες, μπαμπά, ένα πηρούνι,
495να τρώω τις μπριζόλες του και έτσι να χορτάσω,
μα να προσέχω θά 'πρεπε μην το μπουκάλι σπάσω."
Και μπήκανε στο στάβλο τους, το χοίρο|το γουρούνι (χοίρος είναι το αρχαίο όνομα του γουρουνιού) να ποτίσουν,
ν' ανοίξ' η ορεξούλα του, φαΐ να τον ταΐσουν.
Μα το γουρούνι κλώτσησε και σπάει το μπουκάλι
500και το νεράκι χύθηκε. Τι συμφορά μεγάλη!
Και θρήνος έπεσε πολύς, θρηνά και το παιδάκι
που τόσο κόπο έκανε να φέρει το νεράκι.
"Κι αν το νερό το έπινες, θα έτρωγα σουβλάκι,
μα τώρα ο μπαμπάς ξανά με στέλνει στο Λουτράκι.
505Δεν εκτιμάς τον κόπο μου, αναθεματισμένο.
Θα ήθελα να σ' έσφαζα, σουβλάκια να χορταίνω."
"Καλά, καλά, παιδάκι μου, έλα να κοιμηθούμε.
Αν στο Λουτράκι ξαναπάς, αύριο θα το δούμε."
Και πήγαν και κοιμήθηκαν, γλυκά ονειρευτήκαν
510πως σφάξαν το γουρούνι τους, το κρέας του γευτήκαν.

Θύρα 2: Γουρουνόκριτος

Του κύκλου τα γυρίσματα π' ανεβοκατεβαίνουν
κι από ψηλά στα χαμηλά τους άνθρωπους πηγαίνουν,
αυτά και το παιδάκι μας που έφερε νεράκι
το στέλνουνε τώρα ξανά να πάει στο Λουτράκι.
5Στην Άρτα τούτη τη στιγμή το χάραμα ζυγώνει,
τα ζώ' αρχίζουν να ξυπνούν, σε λίγο ξημερώνει.
Το κοκοράκι από μακρυά, χαρούμενο φωνάζει,
ξυπνάει τους ανθρώπους του όλ' ομορφιά και νάζι|τσαχπινιά, χαριτωμένη συμπεριφορά.
Κι ο ήλιος με το άρμα του αρχίζει το ταξίδι
10κρατώντας εις το χέρι του ένα μικρό κοψίδι|κομμάτι ψημένου κρέατος, συνήθως κομμένο από ζώο που ψήνεται στη σούβλα.
Και βγαίνει απ' το κάστρο του, τώρα περνά τις πύλες,
περνάει απ' τα σπίτια μας και τις μικρές τις βίλες.
Περνάει πόλεις και χωριά, περνάει κι απ' την Άρτα,
τέλειωσε το κοψίδι του και τώρα τρώει τάρτα.
15Στην Άρτα οι κόκοροι λαλούν, ξυπνάν τ' αφεντικά τους,
να πάνε στις δουλίτσες τους, να βγάλουν τα λεφτά τους.
Στο στάβλο είν' ο Κίτσος μας, ξυπνά 'π' το κοκοράκι
κι ευθύς, λοιπόν, στα μούτρα του ρίχνει κρύο νεράκι.
Την ίδια ώρα πιο εκεί ξυπνάει το παιδάκι,
20ρίχνει κι αυτό στα μούτρα του το γάργαρο νεράκι.
Και πάει στον πατέρα του, ζητώντας του και πάλι
να μην τον στείλει κάτω εκεί. Τα κλάματα θα βάλει,
αν φύγει από το χωριό και πάει στο Λουτράκι,
να φέρει στο γουρούνι τους το γάργαρο νεράκι.
25Μα ο μπαμπάς ανένδοτος προστάζει τον|τον προστάζει (ιδιωματική χρήση της προσωπικής αντωνυμίας μετά το ρήμα) να πάει,
τι αν του φέρει αντίρρηση, αμέσως θα τις φάει.
Κλαίει κι οδύρεται ο γιος, μα τίποτε δε βγαίνει
και το αποφασίζει πια και στο μπαμπά του κρένει|λέει (συνήθως με δυνατή φωνή).
"Μπαμπά μου, τ' αποφάσισα, εδέχομαι να πάω.
30Δώσ' μου προμήθειες πολλές, στο δρόμο μου να φάω.
Μα θέλω και τον Κίτσο μου· χωρίς αυτόν, θα μείνω.
Μ' αρέσει το μουλάρι αυτό και δεν το ξαναφήνω."
"Καλά, θα τον ζητήσουμε από το γείτονά μας."
"Και εν τω μεταξύ εγώ φτιάχνω τα πράγματά μας."
35Και πάει πρώτα για νερό, μην το ξαναξεχάσει
και να μην κινδυνέψει πια ποτέ του να διψάσει.
Βάζει βαρέλια τέσσερα και νταμιτζάνες δύο.
Βάζει κουβέρτες, πάπλωμα για το πολύ το κρύο.
Συνέχισε το φόρτωμα, ενόσω το παιδάκι
40ζητούσε απ' το γείτονα ξανά το μουλαράκι.
"Χρειάζομαι τον Κίτσο σου, να πάω στο Λουτράκι,
τι το γουρούνι το χαζό έχυσε το νεράκι."
"Στον δίνω, πάρ' τον χάρισμα, εγώ πια δεν τον θέλω,
μα τώρα του αρέσουνε οι σοκολάτες ΜΕΛΟ|παλιά μάρκα σοκολατών και γκοφρετών."
45"Μα μόνο ΙΟΝ|μάρκα σοκολάτας που υπάρχει ακόμη έχω γω. Μη νοιάζεσαι, θα πάρω.
Μα φέρ' τον τώρα στην αυλή που έχουμε το κάρο."
Τον έφερε, τον έζεψε, του φόρεσε τη σέλα.
Ο Κίτσος όμως έσκυψε και τού 'πεσε η μασέλα.
"Παιδί μου, σε παρακαλώ, μου δίνεις τη μασέλα;
50Δεν με πειράζει αν γελάς· μα όσο θέλεις γέλα."
Του δίνει τη μασέλα του, σανό για να μασήσει
και τρέχει στον πατέρα του, για να τον βοηθήσει.
Φορτώνουν το καράκι τους, μ' απ' το πολύ το βάρος
ο άξονας ελύγισε, μα ο Κίτσος έχει θάρρος.
55"Θα το τραβήξω, φίλε μου· μπορώ να το βαστήξω
κι ευθύς θα ξεκινήσουμε μόλις εγώ θα βήξω."
Φορτώνουνε τα τρόφιμα, ψωμί, τυρί και γάλα,
κασέρι και κοτόπουλο, μαζί κι όλα τα άλλα.
Και τρέχει στο χασάπικο, να πάρει ένα κουνέλι,
60μα πάει και στο ψαράδικο, να πάρει ένα χέλι.
"Τα χέλια μάς τελειώσανε, μόνο ηλεκτροφόρα,
μα μην τα πιάσεις πρόσεχε, μην έρθ' η νεκροφόρα.
Και μην το δώσεις σ' άλλονε, μην τύχει και πεθάνει."
"Λοιπόν, για πες μου, φίλε μου, πόσο το χέλι κάνει;"
65"Δεν θέλω τίποτα γι' αυτό, στο δίνω χάρισμά σου."
"Τίποτα για το χέλι αυτό; μα είσαι στα καλά σου;"
Το πήρε και το έφερε στο πατρικό σπιτάκι,
το δείχνει στον μπαμπάκα του, μα και στο μουλαράκι.
"Τι θα το κάνεις, βρε παιδί, το ηλεκτροφόρο χέλι;
70Μη να το φας εθέλησες με φρέσκο-φρέσκο μέλι;"
"Για μπαταρία το ζητώ να βάλω στο ATARI."
"Μα έλα τώρα, δώσ' το μου", του λέει το μουλάρι,
"στο κάρο να το βάλω 'γω, για νά 'χω μπαταρία,
και πα να πάρεις δυο κουκιά απ' την κυρά-Μαρία."
75Και τα κουκιά του το παιδί τρέχει να παραλάβει,
μα την κυρά την πρόλαβε την ώρα εκεί που ράβει.
"Με συγχωρείς, δεν ήξερα πως ράβεις τέτοια ώρα."
"Πώς μπαίνεις όμως, βρε παιδί, εδώ με τόση φόρα;
Ούτε την πόρτα δεν χτυπάς· τι αγένεια είναι τούτη!
80Μήπως, παιδί μου, δε μου λες, έχεις μυαλό κουρκούτι;"
"Κυρά-Μαριώ, με συγχωρείς· ήρθα για τα κουκιά σου.
Δώσ' τα σε μένα, να χαρείς τα όμορφα παιδιά σου."
"Καλά, εδώ 'ναι όσα θες· πάρ' τα και άντε φεύγα."
Περνά κι απ' το περίπτερο για παγωτάκι ΕΒΓΑ|(παλιά;) δημοφιλής μάρκα παγωτού.
85Μα θα του λιώσει κι έτσι ο γιος αμέσως το ανοίγει,
να το γευτεί, να το χαρεί, η δίψα του να φύγει.
Μα ήτανε μικρό πολύ κι αμἐσως του τελειώνει,
μα ήτανε και κρύο πολύ κι η γλώσσα του παγώνει.
Πήγε για περιοδικά, το ΚΡΑΝΟΣ|παλιό παιδικό περιοδικό με πολεμικά θέματα και το ΕΝΑ|παλιό περιοδικό ποικίλης ύλης (για μεγάλους),
90μα όλα τ' άλλα, φίλοι μου, ήτανε πουλημένα.
Γυρίζει στο σπιτάκι του, να δει το μουλαράκι,
συνέχισε το φόρτωμα, βαραίνει το καράκι.
Μα τότε είδε τον μπαμπά και του ζητά μια χάρη,
μη μείνει πάλι μοναχό χωρίς ένα ATARI.
95Και το ATARI ο μπαμπάς τρέχει να αγοράσει
κι ο γιος του βάζει τρόφιμα, μην τύχει και πεινάσει.
Το άμοιρο το κάρο του! Το βάρος του αυξάνει.
Μα αν του σπάσει ο τροχός, τι άραγε να κάνει;
Μα πριν προλάβει να σκεφτεί αυτή τη συμφορά του,
100σπάζει ο πίσω άξονας, τραβάει τα μαλλιά του.
"Σιγά! Σιγά! Μαδήθηκες. Άσε καμία τρίχα!
Μην κλαις, γιατί κι εγώ, που λες, την ίδια τύχη είχα.
Μια μέρα που επήγαινα στη μακρινή την Κίνα,
παΐδια εθυμήθηκα και μ' έπιασε μια πείνα.
105Τρικούβερτο τραπέζι εγώ εζήτησα να έχω
και προς το εστιατόριο άρχισα 'γω να τρέχω.
Μ' απ' το πολύ το τρέξιμο εσπάζει ο τροχός μου,
καθίζει το καράκι μου και πέφτει ο οδηγός μου.
Μα βλέπω έναν σιδερά και τρέχω να προφτάσω,
110πριν κλείσουνε τα μαγαζιά στο σιδερά να φτάσω."
"Ωραία η ιδέα σου· στο σιδερά θα πάω.
Όμως ποτέ εγώ ξανά τον άξονα δε σπάω."
Στο σιδερά της γειτονιάς τον άξονα πηγαίνει,
χτυπάει το κουδούνι του, τη σκάλα ανεβαίνει.
115"Γεια σου, χαρά σου, σιδερά. Μου κάνεις μία χάρη;
Αυτός εδώ ο άξονας πόση ώρα θα σε πάρει;
Ο άξονας μου έσπασε, θέλω να μου τον φτιάξεις,
μα αν δεν είναι δυνατόν, θέλω να τον αλλάξεις."
"Μα μη φοβάσαι, ξέρω 'γω· είμαι καλός τεχνίτης."
120είπ' ο καλός ο σιδεράς που 'ναι φακιδομύτης.
Τον έπιασε με τη μασιά, τον βάζει τον πυρώνει
κι αφού πυρώθηκε αρκετά, τον βάζει στο αμόνι.
Χτυπάει μια με τη βαριά, χτυπά με το σφυράκι,
τον ίσιασε καλά καλά για το μικρό καράκι.
125Σε δύο ώρες, φίλοι μου, ο σιδεράς τον φτιάχνει,
τον παίρνει σπίτι το παιδί, τα τρόφιμα στοιβάχνει.
Μα τώρα είναι πιο γερός, τα πράγματα βαστάει
και βάζει και χαμόμηλο και το βουνίσιο τσάι.
Και όλα τ' άλλα τα καλά στο κάρο τα φορτώνει,
130φορτώνει μήλα διαλεχτά, μαζί μ' ένα κυδώνι.
Βάζει κεράσια, βύσσινα, και μια μικρή μπανάνα
και παίρνει τα βαρέλια του και πάει στη βρυσομάνα.
Γεμίσαν, ξεχειλίσανε με δροσερό νεράκι
κι αφού 'δε πως ξεχείλισαν, κλείνει και το καπάκι.
135Γυρίζει στο καράκι του, που είν' ετοιμασμένο·
ιδρώνει το μουλάρι του, ιδρώνει το καημένο.
Κι ο γιος του πρωτομάστορα πάει και χαιρετάει
όλους, γνωστούς ή άγνωστους και τον μπαμπά ρωτάει:
"Μπαμπά μου, σε παρακαλώ, όταν ξαναγυρίσω,
140όταν με το καλό ξανά γυρίσω πάλι πίσω,
στο γλέντι που θα κάνετε ετοίμασε σουβλάκια
και για τον Κίτσο, βρε μπαμπά, ετοίμασε παϊδάκια|παρότι του αρέσουν τώρα οι σοκολάτες ΜΕΛΟ, το παιδί επιμένει για παϊδάκια."
"Καλά, παιδάκι μου καλό, μα πάρε το ATARI.
Και όταν πάλι ξαναρθείς θα πάμε για σαφάρι|παρακολούθηση ή κυνήγι άγριων ζώων (συνήθως στην Αφρική)."
145Ξανακινά για Κόρινθο, να φτάσει στο Λουτράκι,
να φέρει στο γουρούνι τους το δροσερό νεράκι.
Περνά από την κεντρική τη λεωφόρο μέσα,
χτυπάει το κεφάλι του και βάζει μια κομπρέσα.
Και για να παρηγορηθεί, λέει ένα τραγουδάκι,
150που μίλαγε για όμορφο, πολύ μικρό αρνάκι:
"Αρνάκι άσπρο και παχύ, της μάνας το καμάρι,
εβγήκε εις την εξοχή εις το παχύ χορτάρι."
Και νά 'τος τώρα γελαστός, από την Άρτα βγαίνει,
τους φίλους του τους χαιρετά, το δρόμο του διαβαίνει.
155Τον τελευταίο χαιρετισμό στην Άρτα απευθύνει
και έπειτα του Κίτσου του μία σκουντιά του δίνει.
"Προχώρα, Κίτσο μου καλέ, να πάμε στο Λουτράκι,
να πάρουμε στις στάμνες μας το γάργαρο νεράκι."
Ο Κίτσος τρέχει σαν τρελός, στα Άγραφα να φτάσει,
160να ξανακοιμηθεί εκεί, λίγο να ησυχάσει.
Παίρνει το δρόμο το μακρύ, το χιλιοπατημένο.
"Πολύ μακρύς ο δρόμος μου· με κόπο εγώ πηγαίνω."
Τα Άγραφα φανήκανε στο βάθος εκεί πέρα,
μα γρήγορα ας φτάσουνε, γιατί έδυσε η μέρα.
165Και ψάξανε για σπήλαιο, κατάλυμα να βρούνε,
τη νύχτα να περάσουνε, γλυκά να κοιμηθούνε.
Η νύχτα ήδη έπεσε και το φακό τους βγάζουν,
μα η μπαταρία έλειπε· το χέλι τότε βάζουν.
Το χέλι όμως δεν άναβε, γιατ' ήθελε φαγάκι
170και την κονσέρβα άνοιξε το πρόσχαρο παιδάκι.
Το χέλι έφαγε πολύ και ρεύμα τότε δίνει
και μπαίνει μέσα στο φακό και το καπάκι κλείνει.
Και ο φακός φωτίστηκε, κάνει τη νύχτα μέρα,
το σκότος το διέλυσε και φέγγει πέρα ως πέρα.
175Για μια σπηλίτσα έψαξαν και μια μικρούλα βρήκαν
κι αφού την εξετάσανε, αμέσως μέσα μπήκαν.
Δεν ήτανε τεράστια. Τους εξυπηρετούσε.
Και μια αρκούδα διώξανε που εκεί μέσα ζούσε.
Μα η αρκούδα έκλαιγε και ήθελε να μείνει.
180Πού θα περάσει τη νυχτιά, χωρίς να έχει κλίνη|κρεβάτι;
Μα τη λυπήθηκαν πολύ, να μείνει την αφήσαν,
μα ύπνος δεν την έπαιρνε, γι' αυτό τη νανουρίσαν.
"Ύπνε που παίρνεις τα τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο·
μικρό μικρό σου τό 'δωσα, μεγάλο φέρε μου το."
185Ακούγονται ροχαλητά μέσα απ' τη σπηλίτσα.
Λέτε να εκοιμήθηκε, παιδιά, η αρκουδίτσα;
Μα όχι, ξύπνια κάθεται πάνω σε μια πετρούλα
σκεπάζοντας τα πόδια της με μία κουβερτούλα.
Μα το παιδί κι ο Κίτσος μας είν' ήδη κοιμισμένοι,
190όμως δεν έχει κοιμηθεί η αρκούδα η καημένη.
Και έχασε τα χάπια της - απ' αϋπνίες πάσχει.
Δεν έχει και κανένανε, ύπνο να της παράσχει.
Κι ακούει το ροχαλητό του Κίτσου του λεβέντη,
που σκέφτονταν χαρούμενος την αγορά του Ρέντη|η λαχαναγορά της Αθήνας.
195Λάχανα ονειρεύτηκε, που πήγε ν' αγοράσει,
να κάνει λαχανόσουπα, να φάει, να χορτάσει.
Μα ξαφνικά ο γιος ξυπνά και βλέπει την αρκούδα
να χώνει στο μελίσσι του τη λαίμαργη μουσούδα.
"Σταμάτα! Μή! Το μέλι μου! Το έχω για το χέλι"
200κι αν μου τελειώσει και αυτό, δεν έχω άλλο μέλι."
Μα το μισό το άδειασε η παλιοαρκουδίτσα
κι αρχίσαν να την κυνηγούν με μία μαγκουρίτσα.
"Μα φτάνει μόνο το μισό· το χέλι τρώει λίγο.
Μην κλείνεις το καπάκι του, μόλις εγώ τ' ανοίγω."
205Και έτσι όλοι ήσυχοι πέσαν και κοιμηθήκαν,
μαζί κι η αρκουδίτσα τους, γλυκά ονειρευτήκαν.
Μα πιο γλυκά απ' όλους τους, χωρίς να ροχαλίζει,
ο γιος κοιμήθηκε γιατί σουβλάκια ροκανίζει.
Είδ' ένα όνειρο τρελό, πως τάχα στο Λουτράκι
210πήγαν αυτός κι ο Κίτσος του και πήραν το νεράκι.
Γυρίζουνε στην Άρτα τους, πολλά περνάνε μέρη,
περνάνε κι απ' τη Λιβαδειά|πόλη μεταξύ Κορίνθου και Άρτας (γνωστή για τα σαράντα παλικάρια της) μια μέρα μεσημέρι.
Εκεί διανυκτερεύσανε, την άλλη όμως μέρα,
που είχε έναν άγριο και δυνατό αγέρα,
215πάλι ξαναξεκίνησαν και έτσι το βραδάκι
στην Άμφισσα|πόλη δυτικά της Λιβαδειάς, κοντά στους Δελφούς εφτάσανε μαζί με το νεράκι.
Και όλ' αυτά ονειρεύτηκε μέσα σε μία νύχτα
κι είδε πως ζάρια παίζανε κι ο Κίτσος λέει "ρίχ' τα".
Τα ρίχνει κι έτυχε εφτά και όλα τα κερδίζει
220κι από την αγανάκτηση ο Κίτσος του το βρίζει.
Στα χέρια επιαστήκανε και ξύλο τότε πέφτει,
μα το παιδί νευρίασε και άρπαξε το νέφτι.
Σιγά σιγά μονιάσανε, μα τώρα ξημερώνει
και το παιδί τα πράγματα στο κάρο τα φορτώνει.
225Αφήνουνε την Άμφισσα, το δρόμο συνεχίζουν,
περνάνε από ψησταριές και τα φαγιά 'ντικρύζουν.
Καθήσαν να μασήσουνε, να φάνε μπιφτεκάκια
και έπειτα παρήγγειλαν δυο-τρία παγωτάκια.
Μ' ακόμα δεν χορτάσανε, παρήγγειλαν μπριζόλα
230και για να ξεδιψάσουνε ζητήσαν COCA-COLA.
Μα έσκασαν, φουσκώσανε, καθήσαν να χωνέψουν
και έπειτα σηκώθηκαν, λιγάκι να χορέψουν.
Χορέψαν ντίσκο και ταγκό, μ' αμέσως κουραστήκαν.
Καθήσαν στις καρέκλες τους, σε λίγο κοιμηθήκαν.
235Και έπειτα ξεκίνησαν το δρόμο με βιασύνη,
μα ξάφνου ο Κίτσος έπεσε και το νεράκι χύνει.
Το βλέπει τούτο το παιδί, το πιάνουνε κομμάρες,
τι σκέφτηκε πως ο μπαμπάς θα τού 'δινε σφαλιάρες.
Μα τ' όνειρο τελειώνει εδώ, ξυπνάει το παιδάκι,
240ξυπνάει και τον Κίτσο του να πάνε στο Λουτράκι.
Μαζεύουν τα σκεπάσματα, κουβέρτες και σεντόνια,
καθώς ακούν τη μουσική που τραγουδούν τ' αηδόνια.
Και τώρα είναι έτοιμοι, αμέσως ξεκινούνε
και την αρκούδα πρόσχαρα οι δυο τους χαιρετούνε.
245Εκεί που κατεβαίνανε απ' του βουνού τη ράχη,
είδανε πως στους πρόποδες μικρή γινόταν μάχη.
Μαλώναν δυο τσομπάνηδες κραδαίνοντας τις γκλίτσες,
σε λίγο ανάβει ο καυγάς, αρπάζουν μαγκουρίτσες.
Και σαν τους βλέπει το παιδί, στον Κίτσο του φωνάζει
250κι αυτός να τρέχει άρχισε, τα δυνατά του βάζει.
Σε δυο λεπτά κατέβηκαν και παν να τους χωρίσουν
και να τους βοηθήσουνε το πρόβλημα να λύσουν.
"Γιατί, καλοί μου άνθρωποι, μαλώνετ' εδώ κάτω;
Γιατί δεν κάθεστε μαζί να πιείτε άσπρο πάτο;"
255Τους είδαν οι τσομπάνηδες κι αμέσως σταματήσαν
και στο παιδάκι πρόθυμα το πρόβλημα εξηγήσαν.
Αρχίζει ο πρώτος ο βοσκός να λέει θυμωμένος
πως τελικά μόνο αυτός είναι αδικημένος.
"Σήμερα μόλις ξύπνησα πεθύμησα παΐδια,
260γι' αυτό και αποφάσισα να σφάξω δύο γίδια.
Πηγαίνω στο κοπάδι μου να πάρω δυο κατσίκια,
πηγαίνω και στην εξοχή να κόψω δυο ραδίκια.
Και πάνω που τα έψηνα στη ζεστασιά της θράκας,
φάνηκε από μακρυά αυτός εδώ ο βλάκας.
265Και όταν έφτασε κοντά, τα γίδια μου ζητάει,
τι αν δεν τα πάρει σύντομα, στο δικαστή θα πάει."
"Γιατί τα ήθελες εσύ του αλλουνού τα γίδια;"
ρωτά τον άλλον το παιδί και έσμιξε τα φρύδια.
"Άκου, παιδάκι μου, καλό", του λέει ο τσομπάνης,
270"κι έπειτα αποφάσισε τι πρόκειται να κάνεις.
Τα γίδι' αυτά προέρχονται από δική του γέννα,
μα έρχονταν και έτρωγαν χορτάρι από μένα.
Εγώ τα εμεγάλωσα όλα αυτά τα χρόνια
και να τα δώσω ήθελα στα δυο μου τα εγγόνια.
275Αποκατάσταση, λοιπόν, ζητώ εδώ και τώρα,
γιατί αλλιώς θα τσατιστώ και θα ξεσπάσει μπόρα."
Μετά απ' όλ' αυτά ο γιος βυθίστηκε σε σκέψη
και προσπαθούσε καί τους δυο μαζί να κολακέψει.

Επεξηγήσεις


©1983-2014 Άγγελος Κανλής, Γεράσιμος Κλαουδάτος

Επιστροφή στα Άπαντα